ευρυγάστωρ

ο (ΑΜ εὐρυγάστωρ, -ορος, ὁ, ἡ)
νεοελλ.
σκουρόχρωμο έντομο που προσβάλλει τους τρυφερούς σπόρους τών δημητριακών
μσν.-αρχ.
αυτός που έχει μεγάλη κοιλιά, ο κοιλαράς
(για τη θάλασσα) η απέραντη, αυτή που μπορεί να καλύψει πολλά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευρυ-* + -γαστωρ (< γαστήρ), πρβλ. ομο-γάστωρ, πλατυ-γάστωρ].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐρυγάστορα — εὐρυγάστωρ big bellied masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστήρ — η (AM γαστήρ) 1. η κοιλιά, το μέρος τού σώματος που περιέχει τα σπλάχνα, ανάμεσα στον θώρακα και στους μηρούς 2. το στομάχι 3. φρ. α) «βόσκειν ἥν γαστέρα» να γεμίσει την κοιλιά του Όμ. β) «γαστέρες οἶον» μόνο κοιλιές, μόνο για φαΐ (Ησίοδ.) μσν.… …   Dictionary of Greek

  • ευρυ- — (ΑΜ εὐρυ ) α συνθετικό λέξεων το οποίο προσδίδει στο β συνθετικό τις σημασίες: α) πλατύς, εκτεταμένος (πρβλ. εὐρυτενής, εὐρύτιμος) β) μεγάλος, πολύς (εὐρυγάστωρ, εὐρυδίνης, εὐρυμαθής) γ) βαθύς (εὐρυβέρεθρος) δ) ισχυρός (εὐρυσθενής). ΣΥΝΘ. (Α… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.